* Περί ιερότητας και ιεροφαντών

Στο τρίτο κεφάλαιο του Κράτος και Επανάσταση, ο Λένιν σημειώνει τα ακόλουθα στην κατεύθυνση της εννοιολογικής διάκρισης ανάμεσα στην αρχή της αιρετής αντιπροσώπευσης, από τη μία πλευρά, και του κοινοβουλευτισμού, από την άλλη:

Αν όμως θέσουμε το ζήτημα του κράτους, αν δούμε τον κοινοβουλευτισμό σαν ένα από τους θεσμούς του κράτους, από την άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου σ’ αυτό τον τομέα, πού βρίσκεται τότε η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό; Πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν;

Ξανά και ξανά πρέπει να πούμε: τα διδάγματα του Μαρξ, που βασίζονται στη μελέτη της Κομμούνας, ξεχάστηκαν τόσο, που για το σημερινό «σοσιαλδημοκράτη» (διάβαζε: το σημερινό προδότη του σοσιαλισμού) είναι κυριολεχτικά ακατανόητη άλλη κριτική του κοινοβουλευτισμού εκτός από την αναρχική ή την αντιδραστική.

Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δε βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή, των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπεία σε «εργαζόμενα» σώματα. «Η Κομμούνα δεν επρό­κειτο να είναι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα».

«Όχι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα», αυτά τα λόγια ταιριάζουν απόλυτα για τους σημερινούς κοινοβουλευτικούς άνδρες και τα κοινοβουλετικά «χαϊδεμένα σκυλάκια» της σοσιαλ­δημοκρατίας. Κοιτάχτε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, Νορβηγία κλπ.: η καθαυτό «κρατική» δουλιά διεξάγεται πίσω από τα παρασκήνια και την κάνουν οι Διευθύνσεις, τα γραφεία, τα επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με τον ειδικό σκο­πό να ξεγελούν το «λαουτζίκο». Αυτό είναι τόσο σωστό, που ακόμα και στη ρωσική δημοκρατία, την αστική δημοκρατία, προτού καν προλάβει να δημιουργήσει πραγματικό κοινοβούλιο, εκδηλώθηκαν με το πρώτο όλες αυτές οι αμαρτίες του κοινοβουλευτισμού. […] Μέσα στα Σοβιέτ οι κύριοι «σοσιαλιστές» υπουργοί ξεγελούν τους ευκολόπιστους μουζίκους με παχιά λόγια και ψηφίσμα­τα. Μέσα στην κυβέρνηση συνεχίζεται μια ατελείωτη καντρίλια με σκοπό, από τη μια μεριά, να θρονιάζουν εκ περιτροπής «γύρω στην πίττα» με τις προσοδοφόρες και τιμητικές θεσούλες όσο το δυνατό περισσότερους εσέρους και μενσεβίκους, κι από την άλλη, «να περισπούν την προσοχή» του λαού. Ενώ μέσα στα γραφεία και στα επιτελεία «διεξάγουν» την «κρατική» δουλειά!

Τα διδάγματα που αντλεί ο Λένιν από την εργασία του Μαρξ πάνω στην Παρισινή Κομμούνα, αυτά που τού επιτρέπουν να αποσπάσει ξεκάθαρα την αρχή της αιρετής εκπροσώπησης (αρχή που εφαρμόστηκε φυσικά στα Σοβιέτ) από τον κοινοβουλευτισμό (τον οποίο η αστική τάξη επιθυμεί πάσει θυσία να ταυτίζουμε και να συγχέουμε με την αιρετή εκπροσώπηση ως τέτοια) είναι δύο:
 α) υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε «αιρετά όργανα» τύπου Κομμούνας –ανακλητά ανά πάσα στιγμή και μισθωμένα με μισθούς που δεν θα υπερβαίνουν τον μισθό του εργάτη (ο Λένιν είναι εξαιρετικά αυστηρός στο θέμα αυτό, φτάνοντας στο σημείο να καθορίσει, στο ίδιο το Κράτος και Επανάσταση, το ακριβές ποσό αποζημίωσης –6.000 ρούβλια ετησίως– για τους αιρετούς εκπροσώπους στη βάση της αναπροσαρμογής βάσει συναλλαγματικών ισοτιμιών ακριβώς των ίδιων μισθών που έδινε η Κομμούνα του 1871)– και στα οικονομικά κίνητρα των μελών του αστικού κοινοβουλίου, για τα οποία η διαφθορά, η υπενοικίαση της κοινοβουλευτικής οντότητας στο κεφάλαιο, είναι συνώνυμη με την κοινοβουλευτική εργασία.
β) Η «κοινοβουλευτική εργασία» δεν συνίσταται τόσο στην εκπροσώπηση, ούτε καν στην εκπροσώπηση των ταξικών συμφερόντων της άρχουσας τάξης, όσο στην απόσπαση της λαϊκής προσοχής από τους πραγματικούς μηχανισμούς αποφάσεων, τις «Διευθύνσεις, τα γραφεία, τα επιτελεία.» Με άλλα λόγια, το κοινοβούλιο είναι πολύ λιγότερο θεσμός εκπροσώπησης και πολύ περισσότερο θεσμός αναπαράστασης, με την θεατρική έννοια, του θεάματος της δημοκρατίας, ή της δημοκρατίας ως θεάματος — αναπαράστασης τέτοιας ώστε το περιεχόμενό της να έχει πολύ λιγότερη σημασία από αυτό που το περιεχόμενο αποκρύπτει: την εργασία που συντελείται αόρατα, στα «παρασκήνια» του θεάματος, την εργασία που δεν ανα-παρίσταται στην «φλυαρία» με την οποία είναι επιφορτισμένο το κοινοβούλιο. Η αστική βουλή, δηλαδή ο αστικός θεσμός του κοινοβουλίου ως ταυτόσημου με την αιρετή δημοκρατία, αυτό λέει ο Λένιν, είναι ένα θέατρο όπου το πραγματικό έργο παίζεται στο παρασκήνιο και τις κουϊντες και όπου η θέαση είναι παραπλάνηση.
Αλλαγή σκηνικού (με όλες τις θεατρικές συνδηλώσεις του όρου): Η απεργία της ΠΑΣΥΔΥ στην Κύπρο απειλεί την τεχνική υποστήριξη του κοινοβουλευτικού θεάτρου, της κοινοβουλευτικής παράστασης: δεν υπάρχουν φώτα στη σκηνή, οι εγκαταστάσεις ήχου δεν λειτουργούν. Το θέατρο της δημοκρατίας, αυτή η εντελώς διαστροφική επανάγνωση της σχέσης δημοκρατίας και θεάτρου στην αρχαιότητα, δεν μπορεί να ανεβάσει σωστά την παράσταση.
Οι ηθοποιοί είναι εξοργισμένοι. Και πάνω στην οργή τους κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα: φλυαρούν. Και φλυαρούν περί «ιερότητας» συγκεκριμένα:
Ομήρου (θιασάρχης): ναι, η απεργία είναι «ιερή» (και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;) αλλά η ιερότητα αυτή έχει προϋποθέσεις (σε κατάφωρη αντίθεση με κάθε έννοια ιερότητας, δηλαδή). Και η προϋπόθεση της ιερότητας της απεργίας είναι η κένωσή της από βία, από εξαναγκασμό, και δη από τον εξαναγκασμό του θεάτρου να παύσει τις παραστάσεις του, μιας και το θέατρο υποδύεται κάτι εξίσου «ιερό», την «λαϊκή κυριαρχία», που για κάποιο ανεξήγητο λόγο δεν ενσαρκώνει, με τον πιο εύγλωττο και δραματικό τρόπο μάλιστα, η ίδια η απεργία.
Μητσόπουλος (ΔΗΣΥ, χορός): Σεβόμαστε το ιερό δικαίωμα της απεργίας, αλλά χωρίς απεργία, διότι «η Βουλή και η δημοκρατία δεν απειλείται και δεν φιμώνεται» (αλλά μόνο απειλεί και φιμώνει).
Κυπριανού (ΑΚΕΛ, χορός): Σεβόμαστε και υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα της απεργίας, αλλά αν βρω ποιος πούστης έκλεισε τα μικρόφωνα, τον γάμησα. Ιερή μεν η απεργία, ιεροτέρα δε η αφεντομουτσουνάρα μας, γιατί εδώ να ‘ουμ είμαστε ο «ναός» της δημοκρατίας.
Παπαδόπουλος (ΔΗΚΟ, χορός): Ααααα, ιερή είπαμε η απεργία, ιερότεροι όμως εμείς.
Βαρνάβα (ΕΔΕΚ, χορός): Ιερή λέμε η απεργία! Αλλά…κλπ, κλπ.
Συλλούρης (ΕΥΡΩΚΟ, αθεράπευτα καραγκιόζης, comic relief της παράστασης): Το ΑΚΕΛ φταίει!
Περδίκης (Οικολόγοι, χορός): Ω, ιερή απεργία, διατί βεβηλώνεις τη Βουλή;
Υπό συνθήκες μαζικής πίεσης απ’ τα κάτω, λοιπόν (ναι, ναι, απ’ τη «δημοκρατία»!), το κοινοβούλιο αποκαλύπτει την μυστική του φόρμουλα, αυτήν που πρέπει να βοηθήσουμε το Κράτος και Επανάσταση να συμπληρώσει: είναι ένα θέατρο με σκηνικά ναού, όπου οι ηθοποιοί υποκρίνονται τους ιεροφάντες, που έχοντας καταναλώσει, κατά το αρχαίο έθιμο, αρκετά παραισθησιογόνα, αφενός φαντάζονται τα πάντα ιερά (εκτοπίζοντας την πηγή της «ιερότητας» στην άχραντη σφαίρα κάποιας άχρονης και προαιώνιας πηγής που λέγεται «λαϊκή βούληση») και αφετέρου ιεραρχούν ιερότητες και κατά συνέπεια βεβηλώσεις με την θλιβερά ηλίθια εκείνη φόρμουλα που μαθαίναμε στο δημοτικό για την ελευθερία: «εκεί που αρχίζει η ιερότητα του ενός…τελειώνει η ιερότητα του άλλου.»
Πριν πολλά χρόνια, ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός περιέγραψε τα χτεσινά τραγελαφικά τεκμήρια κοινοβουλευτικού κρετινισμού με εννέα μόνο λέξεις, και είναι με αυτές που θα προτιμούσα να κλείσω τη δική μου φλυαρία:
«Αυτό δεν το ‘χαμε προβλέψει, ούρλιαξε πανικόβλητος ο θεατρίνος.»

http://leninreloaded.blogspot.com/2011/12/blog-post_3050.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s