* Νεράιδα της Αθήνας: Για το Σύνταγμα και μετά από αυτό

Πολλοί από εμάς έχουν εδώ και καιρό συνειδητοποιήσει ότι μας βαραίνει αυτή η χαιρέκακη κατάρα από την Κίνα να ζούμε σε ενδιαφέρουσες εποχές. Το τελευταίο δεκαήμερο παρακολουθούμε μια κοινωνία που το σημείο βρασμού της πέφτει διαρκώς (δηλαδή βράζει σε ολοένα και μικρότερες θερμοκρασίες κι άρα ένα ασήμαντο γεγονός μπορεί να προκαλέσει την έκρηξη της), να προσπαθεί να ανακαλύψει τρόπους για να γίνει ξανά ο πρωταγωνιστής της κοινής της ζωής. Κατεβαίνει στο δρόμο, επανοικειοποιείται το δημόσιο χώρο, συζητάει με τον μέχρι χθες άγνωστο διπλανό της, εκδηλώνει την οργή της με τον τρόπο που έχει μάθει να γιορτάζει εδώ και χρόνια (με τον τρόπο δηλαδή που γιόρταζε εκείνο το μακρύ και ασήκωτο για μας καλοκαίρι του 2004), προσπαθεί να ανακαλύψει τα καινούργια συνθήματα που συμπυκνώνουν τις ανάγκες της, πολλές φορές αφήνεται να πέφτει πάνω της όλο το βάρος των περασμένων γενιών και να χειροκροτεί τα ζόμπι του παρελθόντος, ψάχνοντας τα τραγούδια που αντιστοιχούν στο δικό της μέλλον.
Δεν συμβαίνουν συχνά αυτά τα πράγματα, όπως δεν συμβαίνει συχνά να γκρεμίζονται κοινωνικά συμβόλαια 40 τουλάχιστον χρόνων, χωρίς να προκαλούν τους κραδασμούς που αντιστοιχούν σε τέτοια κίνηση των κοινωνικών τεκτονικών πλακών. Από την άλλη δεν υπάρχει και καμιά εγγύηση ότι τέτοιες καταστάσεις, όπως μια τέτοιας έκτασης κι έντασης επίθεση του κεφαλαίου στους εκμεταλλευόμενους σαν αυτή που συμβαίνει σήμερα, θα γεννήσει απαραίτητα άγριες διαμαρτυρίες, ή διαδικασίες αυτοοργάνωσης, όπως αυτή της πλατείας Συντάγματος. Πράγμα που αποδεικνύει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την παραδοσιακή σημασία που έχει σ’ αυτό τον τόπο, το πολιτικό, σαν συλλογική ρύθμιση των κοινών προβλημάτων.
Είναι πολλά που πρέπει να ειπωθούν για όλα αυτά που ζούμε σήμερα, σκοπός μας όμως εδώ είναι να μιλήσουμε μόνο για δύο-τρία πράγματα, επειδή μας ενδιαφέρει μια πρώτη συζήτηση κι όχι μια περιεκτική ανάλυση, αφού εξάλλου τα γεγονότα τρέχουν.

Α. Ποιοι είναι αυτοί που κατεβαίνουν στο Σύνταγμα;

Το κεφαλαιώδες ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί που κατεβαίνουν στο Σύνταγμα; Όπως έχει γράψει κι ένας σύντροφος, πρόκειται κατά την γνώμη μου για την πρώτη εμφάνιση στην ελληνική κοινωνία αυτού που θα ονομάζαμε πλήθος: ένα ετερόκλητο πολιτικά, ανομοιογενές κοινωνικά και ταξικά και ευρύτατατο ηλιακιακά «σώμα» ανθρώπων, με διαφορετικές ανάγκες και συμφέροντα, με διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές εμπειρίες, με διαφορετικά πολιτισμικά κεφάλαια τελικά, που πλήττεται όμως εξίσου από την διαδικασία της κρίσης και που φαντάζεται διαφορετικές προοπτικές εξόδου από αυτή την διαδικασία.
Το πλήθος αποτελείται εξίσου από εκμεταλλευόμενους/καταπιεζόμενους, από απολυμένους, από άνεργους αποφοίτους που δεν βλέπουν κανένα μέλλον μπροστά τους ή που δουλεύουν για 600 ευρώ χωρίς ένσημα στις χειρότερες δουλειές, από φοιτητές που υποψιάζονται τι τους περιμένει, από συνταξιούχους που τα νέα μέτρα γονατίζουν την καθημερινότητα τους,  κι από ανθρώπους που ήταν μέχρι σήμερα από την πλευρά των εκμεταλλευτών, έστω κι αν όχι από τόσο ισχυρή θέση (μικροϊδιοκτήτες, μικροαφεντικά, ελεύθεροι επαγγελματίες, κ.α.).
Το ερώτημα είναι γιατί κατεβαίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στις πλατείες της Αθήνας και των επαρχιακών πόλεων; Η πιο ειλικρινής απάντηση σ’αυτό το ερώτημα είναι ότι μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για να το απαντήσουμε. Υποθέσεις που βασίζονται στις συζητήσεις με ελάχιστους από αυτούς, στην ανάλυση των συνθημάτων που φωνάζουν, στην αποκωδικοποίηση των συμπεριφορών τους μπροστά στην Βουλή, στην επεξεργασία των πλακάτ που κρατάνε.
Η υλική συνθήκη του αδιεξόδου που βιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όλοι εμείς δηλαδή, εκτιμούμε ότι πάει χέρι-χέρι με μια συντριβή όλων των ιδεολογικών αξιών αυτής της κοινωνίας τα τελευταία χρόνια, που η συνθήκη της κρίσης και η επιβολή του μνημονίου την διεύρυνε σε άπειρη έκταση.
Η απώλεια της εμπιστοσύνης σε όποιον έχει εξουσία, το αίσθημα της έλλειψης δικαιοσύνης σ’ αυτό που λέγεται δημόσιος βίος, η προκλητική συμπεριφορά απέναντι στο δημόσιο πλούτο των αφεντικών και του πολιτικού προσωπικού τους, υποθέτουμε ότι είναι μόνο κάποιες από τις αφορμές που σπρώχνουν τον κόσμο να κατέβει στις πλατείες, όπως επίσης και μια αίσθηση ότι δεν έχει να περιμένει κάποια αλλαγή στα υπάρχοντα κοινωνικο-πολιτικά πλαίσια.
Προφανώς όλα αυτά αποτελούν υποθέσεις, πιθανότατα υπάρχουν χιλιάδες διαφορετικοί λόγοι για να κατέβει κάποιος κάτω, που ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε εμείς από την πλευρά μας.
Ένα κομμάτι του κόσμου που κατεβαίνει να διαδηλώσει στο Σύνταγμα αποφασίζει να στήσει μια διαδικασία συζήτησης και λήψης αποφάσεων.
Σεβαστός αριθμός όλων αυτών, αλλά πιθανά όχι η πλειοψηφία ούτε στην Συνέλευση της πλατείας Συντάγματος, τουλάχιστον τις μέρες των πανευρωπαϊκων δράσεων, είναι κόσμος ενεργός στα πολιτικά πράγματα, δρώντα πολιτικά υποκείμενα δηλαδή (εδώ μια υποσημείωση: ο κόσμος που παρακολουθεί την Συνέλευση τις Κυριακές των πανευρωπαϊκών δράσεων, είναι διαφορετικός όχι μόνο ποσοστικά, αλλά και ποιοτικά από τον κόσμο που παρακολουθεί τις καθημερινές, τουλάχιστον μέχρι σήμερα).
Είναι φανερό ότι ένας κόσμος με τέτοια κοινωνική σύνθεση δε θα μπορούσε ποτέ να συγκροτηθεί σε πολιτικό σώμα επειδή καταρχήν έχει διαφορετικά ταξικά συμφέροντα: άλλα συμφέροντα έχει ο μικροεπιχειρηματίας που βλέπει τον τζίρο του να πέφτει και σκέφτεται ότι «κάτι πρέπει να κάνει, επειδή κάποια φάγανε τα λεφτά του κοσμάκη και δεν έχει για να αγοράσει τα εμπορεύματα του», κι άλλα ο πρόσφατα απολυμένος από μια μικροεπιχείρηση.
Άλλα συμφέροντα έχει ο απόφοιτος μιας σχολής που κλείνουν όλοι οι δρόμοι μπροστά του για την όποια καριέρα κι άλλα ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα που βλέπει να κρέμεται η δαμόκλειος σπάθη της απόλυσης πάνω από το κεφάλι του, και το μόνο που θέλει είναι να μην χάσει την δουλειά του.
Άλλες παραστάσεις κι επιθυμίες έχει ένας ακροαριστερός ή ένας αναρχικός εκμεταλλευόμενος κι άλλες ένας πρώην πασόκος, που θέλει να διαμαρτυρηθεί για την κοροϊδια που υπέστη τόσα χρόνια μέσα από την εκλογική διαδικασία.
Με λίγα λόγια: η πολιτική και κοινωνική σύνθεση του πλήθους, ακόμα και στις πιο ομογενοποιημένες μορφές του, όπως αυτή που συμμετέχει στις διαδικασίες της Συνέλευσης της πλατείας Συντάγματος (στο «κάτω Σύνταγμα» δηλαδή), είναι αρκετά διαφοροποιημένη, πράγμα που κάνει αδύνατη πρακτικά τη σύνθεση αναγκών και επιθυμιών, άρα και την πάλη για ένα κοινό σκοπό, που «να τους χωράει όλους».
Κατανοώντας αυτή την πραγματικότητα, μπορούμε εξ ορισμού να διαπιστώσουμε ότι τελικά οι πολιτικές διαφοροποιήσεις των πιο οργανωμένων πολιτικά κομματιών της Συνέλευσης, που πολλές φορές είναι σε άμεση σχέση με τις κοινωνικές και ταξικές διαφορές τους, άλλοτε όμως όχι, είναι δευτερεύον στοιχείο της αδυναμίας σύνθεσης ενός πολιτικού σώματος.

Παρένθεση. Ο κόσμος που συμμετέχει στις συνελεύσεις, εκδηλώνει μια τρομερή απέχθεια απέναντι στην έκφραση των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης (κόμμα/συνδικάτο), αλλά διατηρεί κι ένα σοβαρό βαθμό καχυποψίας σε κάθε οργανωμένη συλλογική έκφραση. Το πρώτο, προϊόν ιστορικής εμπειρίας αρκετών χρόνων είναι έκφραση μιας διαυγούς συνείδησης της απάτης των αντιπροσώπων και της αντιπροσώπευσης. Το δεύτερο είναι υποπροϊόν του πρώτου, και υποδεικνύει την προσπάθεια που απαιτείται για να ωριμάσει το καινούργιο, όταν το παλιό έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει πάρει ακόμα την οριστική του μορφή. Με μια έννοια αυτή η στάση αποτελεί υποσύνολο όλων αυτών που λέγαμε σαν ΣΚΥΑ, και που γράφουμε στην μπροσούρα μας για το Δεκέμβρη, αναφορικά με το ξεπέρασμα των πολιτικών ταυτοτήτων: οι πολιτικές ταυτότητες πάει να πει μια ολόκληρη κουλτούρα πολιτικοποίησης σ’αυτό τον τόπο που εκπορεύτηκε από την μεταπολίτευση, έχει πεθάνει οριστικά. Η απέχθεια για τον ξύλινο λόγο της αριστεράς, φαίνεται από την θυμηδία που προκαλούν στον κόσμο τόσο τα σύμβολα του παλιού κόσμου, όσο και το ύφος, οι συμπεριφορές και οι στάσεις όσων (νομίζουν) ότι κατέχουν την εξουσία της γνώσης και ότι ο ρόλος τους είναι να διδάσκουν: δεν ήταν τυχαία η πόρτα που έφαγε γνωστός «καλλιτέχνης» όταν ζήτησε να πάρει το λόγο στην συνέλευση εκτός σειράς απλώς και μόνο λόγω του κύρους του, ή η γιούχα που δοκίμασε γνωστή συνδικαλίστρια του αριστερισμού, που κάθε φορά που κατεβαίνουν σε απεργία οι καθηγητές, τρέχει από τηλεπαράθυρο σε τηλεπαράθυρο (για να μην μιλήσουμε για το ρόλο της στο συνδικαλιστικό κίνημα), όταν με ένα απύθμενα αλαζονικό ύφος πήρε το λόγο για να διδάξει, βγάζοντας τα γνωστά ανούσια λογύδρια που βγάζουν τέτοιοι τύποι όταν βρεθούν μπροστά σε ακροατήριο. Κλείνει η παρένθεση.

Η αριστερά σε γενικές γραμμές έχει υποστεί χοντρή ήττα σε ιδεολογικό επίπεδο και στις διαδικασίες της συνέλευσης, αφού οι επανειλημμένες της προσπάθειες να χειραγωγήσει -τροποποιώντας τη διαδικασία της συζήτησης, της λήψης των αποφάσεων, της υλοποίησης τους- δε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος τις περισσότερες φορές. Κι αν κάποτε αυτοί οι χειρισμοί έχουν ένα αποτέλεσμα, αυτό οφείλεται περισσότερο στην έλλειψη πολιτικής πείρας του περισσότερου κόσμου για τους λεπτούς πολιτικούς της χειρισμούς, και στην οργανωτική απουσία της αντιεξουσίας, παρά στις δυνατότητες και στην ευφυϊα της.

Είναι φανερό ότι ένα κομμάτι του πολιτικοποιημένου κόσμου της Συνέλευσης επιθυμεί «να πιέσει» το κράτος και το κεφάλαιο για μεταρρυθμίσεις,  χωρίς να τραβήξει άγριες κόντρες και επιμένοντας να συνθέσει αντικρουόμενα συμφέροντα στο όνομα της ενότητας: υποστηρίζει για παράδειγμα το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση», χωρίς να αναφέρεται ρητά στο τι θα αντικαταστήσει αυτή την κυβέρνηση, πέρα από ρητορείες για το αστικό πολιτικό προσωπικό. Ή ακόμα περισσότερο: προσπαθεί να μπλοκάρει την απομάκρυνση των καντινών από το χώρο της πλατείας1, αφενός επειδή οι καντινιέρηδες έδωσαν ένα ψυγείο στη συντονιστική επιτροπή της συνέλευσης, πολύ περισσότερο επειδή δεν θέλει να εκδηλωθεί η σύγκρουση που υποβόσκει ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και στους μικροϊδιοκτήτες του Συντάγματος, για να μην τρομάξει τα μεσσαία στρώματα που αποτελούν σάρκα από την σάρκα της.

Το εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά που ισχυριζόταν τόσα χρόνια η αντιεξουσία, παρόλο που η ίδια δεν τρέφει και τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό για τις διαδικασίες της πλατείας (για τους δικούς της λόγους, που εξηγούμε αλλού), -αν και ένα σεβαστό κομμάτι της έστω και καθυστερημένα τις παρακολουθεί-, είναι ήδη κυρίαρχες ιδέες μέσα στην συνέλευση: η άμεση δημοκρατία, η αμφισβήτηση του ειδικού, το κυριότερο: η βαθιά αποστροφή απέναντι στα μμε, κλπ, κλπ. Παίζει αυτά τα παιχνίδια η ιστορία ενίοτε.

Όλα αυτά αφορούν σε ένα βαθμό και το «πάνω Σύνταγμα»: ο διαχωρισμός μεταξύ πάνω και κάτω, προέρχεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία της πλατείας Συντάγματος, στην προσπάθεια τους να διαχωρίσουν τη γηπεδική (και κάποτε: πατριωτική) έκφραση της διαμαρτυρίας από τη ριζοσπαστική έκφρασή της, που βάζει στο κέντρο της δραστηριότητας της όχι τόσο τις ιαχές και τα συνθήματα, αλλά την προσπάθεια συγκρότησης πολιτικών διαδικασιών. Από την άλλη πλευρά είναι γεγονός ότι ο κόσμος που σκάει πρώτη φορά στο Σύνταγμα δε θα πάει στην πλατεία, θα πάει πάνω.
Είναι γεγονός επίσης ένα οργανωμένο κομμάτι του «πάνω Συντάγματος», έχει κατέβει με ελληνικές σημαίες και με πατριωτικά συνθήματα κι εκφράζει την συντηρητική και μικροαστική έκφραση της διαμαρτυρίας, την έκφραση αυτή που δυνητικά θα μπορούσε να στραφεί προς το χειρότερο (προς τον «αειθαλή Μίκη Θεοδωράκη», προς την «ισχυρή προσωπικότητα εθνικής εμβέλειας», κλπ, κλπ). Στην πραγματικότητα όμως αυτές οι ομάδες δεν κυριαρχούν. Τα περισσότερα συνθήματα είναι ενάντια στη βουλή και στους δημοσιογράφους και η απαγγελία του εθνικού ύμνου, αυτό που τόσο μας τρομάζει (και καλά κάνει και μας τρομάζει), είναι περισσότερο η έκφραση της μόνης πιθανής κοινότητας που μπορούν να έχει ένα ετερόκλητο πλήθος όταν κατεβαίνει πρώτη φορά στο δρόμο και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης: αυτής του έθνους.

Αυτό δε σημαίνει ότι μια τέτοια στάση δεν εγκυμονεί κινδύνους, ακόμα και ως επανασυγκόληση της ραγείσας εθνικής ενότητας με μέσο ένα «αδιάφθορο» πολιτικό, ή κάποιο «δοκιμασμένο για το ήθος του» τεχνοκράτη. Ή ακόμα χειρότερα, δυνητικά θα μπορούσε να καλλιεργήσει το πρόσφορο έδαφος για να δημιουργηθεί εκείνη η πλατφόρμα της σύνθεσης, που θα επιτρέψει σε μια ώριμη φασιστική μηχανή να την κάνει οπισθοφυλακή της.

Ωστόσο, παρόλο που τέτοιοι κίνδυνοι είναι ορατοί, τα πράγματα στην ιστορία δε συνέβαιναν ποτέ έτσι: ο κόσμος που κατεβαίνει κάτω στο δρόμο στη μεγάλη του πλειοψηφία και σ’ αυτή την φάση, δεν έχει, ούτε επιθυμεί να έχει οργανωτικούς δεσμούς με πολιτικές συλλογικότητες και μόνο από το γεγονός της αηδίας και της καχυποψίας, που του προκαλεί οτιδήποτε οργανωμένο.

Κάτι που πρέπει να τονιστεί ακόμα είναι η χαλαρότητα που χαρακτηρίζει αυτή τη φάση, χαλαρότητα που έχει να κάνει και με το γεγονός ότι δε διακυβεύεται (σχεδόν) τίποτα σε προσωπικό επίπεδο γι’ αυτό τον κόσμο, κατά την συμμετοχή του στην διαδήλωση. Ενώ δηλαδή όποιος κατεβαίνει σε μια διαδήλωση γνωρίζει ότι κινδυνεύει να φάει χημικά, ξύλο, κλπ, αυτός που κατεβαίνει στο Σύνταγμα ξέρει ότι δεν πρόκειται να διακυνδυνεύσει κάτι. Ίσως αυτό να είναι το πιο αρνητικό παρεπόμενο της στάσης απέναντι στην βία, κι όχι οι ιδεολογικές αποκυρήξεις της από την οργανωμένη διαδικτυακή αριστερά. Ωστόσο εκτιμούμε ότι όπως μαθαίνονται οι πολιτικές διαδικασίες (ζήτημα που έχει λήξει εδώ και τουλάχιστον 3000 χρόνια ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα), έτσι ξεμπροστιάζεται και ο πραγματικός ρόλος της αστυνομίας: όταν ο αντίπαλος ασκήσει βία, τότε ο κόσμος θα αποκτήσει την πείρα που του λείπει σε σχέση με το θέμα και θα αναγκαστεί να απαντήσει με τον παραδοσιακό τρόπο κι όχι με ιδεολογικές αποκυρήξεις.

Β. Για την διαδικασία και το θεωρητικό κομμάτι της «άμεσης δημοκρατίας»

Ας σταθούμε τώρα σε ένα πιο θεωρητικό κομμάτι που αφορά τις διαδικασίες. Η συνέλευση της πλατείας προτείνει σαν τρόπο συζήτησης και λήψης των αποφάσεων, αλλά και σαν πρόταγμα (τουλάχιστον ρητορικά, το λέει και το πρώτο ψήφισμα της πλατείας: άμεση δημοκρατία τώρα!) την άμεση δημοκρατία. Οριακά δηλαδή προτάσσει την άμεση δημοκρατία όχι μόνο σαν διαδικασία, αλλά και σαν το παράδειγμα μιας διαφορετικής κοινωνικής μορφής, στο επίπεδο της ρητορικής καταρχήν.
Ας παραβλέψουμε τη συζήτηση που έχουμε κάνει μέχρι τώρα για να σταθούμε λίγο σ’ αυτό το σημείο, που μπορεί να μοιάζει κάπως ιδεολογικό και αφηρημένο, όμως νομίζουμε ότι έχει κι αυτό μια αξία. Ειδικά σήμερα που ο κόσμος αναζητά απαντήσεις για ό,τι βιώνει και για τις προοπτικές υπέρβασης του σημερινού αδιεξόδου. Η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας προέρχεται από τις καλύτερες στιγμές του επαναστατικού κινήματος ως ο τρόπος οργάνωσης μιας κοινότητας συμφερόντων2 και ρύθμισης των προβλημάτων που την αφορούν. Μιλήσαμε ήδη για κοινότητα συμφερόντων, και αναλύσαμε παραπάνω ότι τέτοια κοινότητα δεν υπάρχει ούτε στο «πάνω», ούτε στο «κάτω» Σύνταγμα. Είπαμε ωστόσο αυτό το να το παραβλέψουμε προς το παρών.
Προσωπικά όταν διάβασα στα 18 μου για πρώτη φορά για την ιδέα της άμεσης δημοκρατίας στο «Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού», ένα βιβλίο του Καστοριάδη με κείμενα από το περιοδικό που έβγαζε η ομάδα του στην Γαλλία, είχα σοκαριστεί περισσότερο από ποτέ στην ζωή μου (κι αν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί βάσιμα ότι υπάρχουν βιβλία που μπορεί να αλλάζουν την ζωή των ανθρώπων, αυτό ήταν ένα τέτοιο βιβλίο για μένα· φυσικά αυτό το βιβλίο άλλαξε μια ζωή, που αναζητούσε επίμονα να αλλάξει). Από τότε προσπαθώ αυτή την ιδέα να υπερασπίζομαι πρακτικά σε κάθε πτυχή της ζωής μου κι όχι μόνο στην δημόσια, αναγνωρίζοντας ωστόσο κάποια προβληματικά στοιχεία της.
Το ζήτημα τώρα όμως είναι άλλο: τόσο ο Καστοριάδης, όσο και ο Μπούκτσιν στο θεωρητικό επίπεδο (ή οι συμβουλιακοί κομμουνιστές στη Γερμανία και οι αναρχικοί στην Ισπανία, ή οι καταστασιακοί που ξεπατίκωσαν τον Καστοριάδη), όταν πρότειναν  την άμεση δημοκρατία σαν τρόπο λήψης αποφάσεων, είχαν στο μυαλό τους ένα μοντέλο το οποίο η εξουσία είναι οριζόντια και η ροή των αποφάσεων είναι από τα κάτω προς τα πάνω. Συγκεκριμένα, ο Καστοριάδης υποστήριζε ότι οι μονάδες παραγωγής, τα εργοστάσια δηλαδή, θα έπρεπε να  περνούν σε όλα τα επίπεδα στα χέρια των εργατών: από το επίπεδο του πόσο εργαζόμαστε μέχρι το επίπεδο του πόσο παράγουμε στην βάση των κοινά αποφασισμένων αναγκών μας. Κατά το γνωστό σχήμα (που το επαναλαμβάνω σχηματικά εδώ, αφού δεν είναι όλοι οι αναγνώστες υποχρεωμένοι να έχουν διαβάσει Καστοριάδη), κάθε εργοστάσιο θα έρθει στα χέρια των εργατών, που θα αποφασίζουν συλλογικά και θα εκλέγουν (με ψήφο ή τυχαία) κάποιον εκπρόσωπο (κι όχι αντιπρόσωπο), ο οποίος θα λειτουργεί ως εντολοδόχος των αποφάσεων της συνέλευσης, θα είναι ανακλητός ανά πάσα στιγμή και θα έχει εκτελεστικό και όχι διευθυντικό ρόλο: θα μεταφέρει δηλαδή τις αποφάσεις της συνέλευσης στο αμέσως επόμενο όργανο απόφασης, είτε αυτό είναι η συνέλευση όλων των παραγωγικών μονάδων μιας περιοχής, είτε η συνέλευση όλων των παραγωγικών μονάδων όλων των περιοχών μιας χώρας, είτε ένα οποιαδήποτε άλλο σώμα που αναλαμβάνει να παίξει ρόλο δευτεροβάθμιου οργάνου. Σ’ αυτό το σχήμα υπάρχουν διάφορες παραλλαγές που δεν έχουν μεγάλη σημασία για την συζήτηση που κάνουμε: π.χ. ο Μπούκτσιν μιλάει για συνομοσπονδία στη βάση της γειτονιάς (δηλαδή του τόπου που κατοικεί κάποιος), όχι του τόπου παραγωγής. Όπως και να χει το πράγμα, κεντρικό χαρακτηριστικό αυτού του σχήματος, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι μια προσπάθεια θεωρητικοποίησης των συμπεριφορών, και των πρακτικών που ανέπτυξε το επαναστατικό κίνημα, είτε στην Κομμούνα, είτε στα αρχικά στάδια της Ρώσικης επανάστασης, είτε στην Ισπανική επανάσταση του 36-39, είτε στην Ουγγρική επανάσταση το 1956, κ.α., είναι  η από τα κάτω προς τα πάνω ροή, δηλαδή η μετάβαση από το μερικό (από το εργοστάσιο και την γειτονιά, από το σχολείο και το πανεπιστήμιο) στο γενικό (στη συνέλευση των γειτονιών, και στη συνέλευση των παραγωγικών μεθόδων, στη συνέλευση όλων των σχολείων κι όλων των πανεπιστημίων). Αυτό συνέβη όχι μόνο σε επαναστατικές περιόδους, όπως αυτές που αναφέραμε ήδη, και δεν υπονοούμε εδώ ότι βρισκόμαστε σε προεπαναστατική περίοδο, αλλά ακόμα και σε περιόδους εξεγέρσεων όπως τα μαθητικά του 90-91 (ο Δεκέμβρης είναι άλλη ιστορία).
Πάει να πει ότι, για να ξαναγυρίσουμε στο παρών, κακά τα ψέματα: ακόμα κι αν η πλατεία Συντάγματος αποκτήσει μια πιο ομοιογενή σύνθεση συμφερόντων, αναγκών και επιθυμιών, ακόμα κι αν οι πολιτικές διαφοροποιήσεις εξομαλυνθούν (π.χ. διώξουν οι μεν τους δε), συνεχίζει να υπάρχει ένα μείζον διαδικαστικό θέμα. Αυτό που υπονοώ ξεκάθαρα εδώ προφανώς δεν έχει να κάνει μόνο με τη μορφή της διαδικασίας, αλλά και με το περιεχόμενο της: με λίγα λόγια ποιους εκπροσωπεί στην πραγματικότητα η πλατεία Συντάγματος, εκτός από τον καθένα που συμμετέχει στις διαδικασίες.

Τον καθένα που συμμετέχει στις διαδικασίες κάθε φορά που γίνεται, όχι σε κάθε συνέλευση: η σύνθεση της πλατείας και της Συνέλευσης εκτός από εξαιρετικά διαφοροποιημένη, είναι και αρκούντως ρευστή: κόσμος πάει και έρχεται, κάποιοι έρχονται και κάποιοι φεύγουν, αυτοί που συμμετέχουν στη λήψη μιας απόφασης, πιθανόν να απέχουν από την υλοποίηση της. Όλα αυτά είναι πραγματικά διαδικαστικά προβλήματα που πρέπει να τα έχουμε στο μυαλό μας πολύ καλά, για να μην ισχυριζόμαστε αύριο ότι «για την αποτυχία της συνέλευσης φταίει η άμεση δημοκρατία».

Από την άλλη υπάρχει και κάτι άλλο που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ‘χει τονίσει ο Καστοριάδης και επαναλαμβάνεται πολλές φορές από τους πρωταγωνιστές της αργεντίνικης εξέγερσης του 2001, όπως φαίνεται μέσα από τις διηγήσεις τους στο βιβλίο Οριζοντιότητα3: ότι η άμεση δημοκρατία, η οριζοντιότητα που λένε οι αργεντίνοι, δεν είναι απλά μια μορφή οργάνωσης, είναι και μια ολόκληρη διαδικασία συμμετοχής, ανάληψης ευθυνών, σεβασμού στη διαφορετική γνώμη (κι όσων έχουν ίδια συμφέροντα), είναι δηλαδή κι ένα διαφορετικό περιεχόμενο πολιτικής, είναι η μέθοδος και η ουσία μιας ανταγωνιστικής προς την κυρίαρχη πολιτική, αυτή δηλαδή της ανάθεσης ευθυνών, της αντιπροσώπευσης, της διεύθυνσης από τους λίγους και της εκτέλεσης των αποφάσεων από τους πολλούς, της ιεραρχίας των ειδικών (του λόγου και της δράσης), κλπ.

Γ. Η σημασία και οι προοπτικές αυτής της ιστορίας: τι μπορούμε να κάνουμε, τι έχει νόημα να επιδιώξουμε.

Τα δρώντα πολιτικά υποκείμενα (οι πολιτικοποιημένοι εκμεταλλευόμενοι, τα υποκείμενα του κοινωνικού ανταγωνισμού, ή όπως αλλιώς μπορεί να μας χαρακτηρίσει κάποιος), δεν είμαστε ούτε θεατές, ούτε χειροκροτητές: αναπνέουμε μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και πάμε χέρι-χέρι με την ιστορική κίνηση. Η ιστορία του Συντάγματος μας έφερε σε αμηχανία, μας γέμισε απορίες, μας οδήγησε να την ψάξουμε, να την εξετάσουμε κριτικά και τελικά να κατανοήσουμε τη σημασία της.
Και τη σημασία παράλληλα του να είμαστε εκεί, όπως είμαστε καθημερινά μέσα στους χώρους της δουλειάς μας σε διαρκή κόντρα με τους προϊσταμένους και τα αφεντικά μας, όπως είμαστε στις γειτονιές μας, όπως είμαστε στους δρόμους και στις πλατείες. Κι όλα αυτά χωρίς να φετιχοποιούμε ούτε τις μάζες, ούτε το πλήθος, κατανοώντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες των εκμεταλλευόμενων, προσπαθώντας να φτιάξουμε κοινότητες αγώνα και αντίστασης απέναντι όχι μόνο στον παραλογισμό της κρίσης, αλλά απέναντι στον παραλογισμό του συστήματος που η κατάσταση κρίσης αποτελεί μόνο μια εκδήλωση του. Αυτό το κείμενο ως εκ τούτοy, δεν έχει νόημα να διαβαστεί ούτε από τους κοινωνιολόγους των αγώνων, ούτε από τους ιδεολόγους της επανάστασης, απ’ όσους περιμένουν δηλαδή την καθαρή επιβεβαίωση των πραγμάτων που έχουν στο κεφάλι τους για να πάρουν μυρωδιά από τον κοινωνικό ανταγωνισμό, ή απ’ όσους ταμπουρώνονται στα πολιτικά τους μπακάλικα, μέχρι την στιγμή που θα περάσει η καταιγίδα για να βγουν μετά σαν τα σαλιγκάρια και να φτύσουν με τα σάλια τους τις πληγές της μνήμης (των αγώνων μας). Όλοι αυτοί ας μη χάνουν το χρόνο τους, δεν απευθυνόμαστε σ’ αυτούς. Εμείς μιλάμε μόνο με αγωνιζόμενους, με ανθρώπους που είμαστε δίπλα τους και που θέλουμε να βρεθούμε δίπλα τους μέσα σε διαδικασίες αγώνα.

Η σημασία συμβάντων και διαδικασιών όπως αυτή του Συντάγματος, είναι τεράστια, και δεν είναι τυχαίο, ότι οι μηχανισμοί του συστήματος δουλεύουν στο φουλ για την ευνουχίσουν όσο μπορούν: τέτοιες καταστάσεις το κράτος στο σύνολο του τις τρέμει, ειδικά σήμερα που το κεφάλαιο παίζει το μεγάλο του στοίχημα σε βάρος της ζωντανής εργασίας, σε βάρος των εργαζομένων δηλαδή, προκειμένου να καταφέρει να υπερβεί την κρίση που το μαστίζει. Ακόμα και στο απλό κυβερνητικό επίπεδο είναι σχεδόν βέβαιο ότι πολύ δύσκολα η σημερινή κυβέρνηση θα αντέξει για πολύ καιρό ακόμα, το πιο πιθανό είναι ότι πολύ σύντομα θα πάμε σε καταστάσεις κυβερνήσεων εθνικής ενότητας.
Αλλά αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό. Το πιο σημαντικό είναι ότι ένας ολόκληρος κόσμος σηκώθηκε από τον καναπέ του και αναζητά συλλογικές λύσεις στα προβλήματα του. Το μεγάλο στοίχημα των καιρών μας είναι η κατεύθυνση που θα πάει αυτός ο κόσμος: θα καταφέρει την σύνθεση του να την κάνει η άκρα δεξιά, ή έστω ένα αριστερό πατριωτικό σχήμα (τύπου Σπίθα) και να τον στρέψει προς επικίνδυνες για το μέλλον μας καταστάσεις; Δηλαδή προς την εθνική ενότητα και ότι αυτό συνεπάγεται για τους εκμεταλλευόμενους αυτής της χώρας; Ή θα καταφέρουμε να την κάνουμε εμείς και να την στρέψουμε προς την κοινωνική απελευθέρωση;
Κακά τα ψέματα η ιστορία του Συντάγματος και των πλατειών όλης της επικράτειας σήμερα, δε συνιστά προεπαναστατική κατάσταση. Το επαναστατικό κίνημα σ’ αυτόν τον τόπο δεν είναι τόσο δυνατό, τόσο οργανωμένο, τόσο συγκροτημένο και τόσο ώριμο, ώστε να καταφέρει να πάρει όλες τις εξουσίες που έχουμε χάσει ως εκμεταλλευόμενοι και δεν είναι εδώ ο χώρος για να επιχειρηματολογήσουμε επ’αυτού.
Από την άλλη αν δούμε την ιστορία του κοινωνικού ανταγωνισμού σ’ αυτό τον τόπο τα τελευταία χρόνια, σε ένα μακροεπίπεδο, δηλαδή όχι από μέρα σε μέρα, ούτε από μήνα σε μήνα, αλλά πιο συνολικά, είναι ολοφάνερη μια μη-γραμμική, τεθλασμένη αλλά εν πάσει περιπτώσει συγκεκριμένη άνοδος του επιπέδου των κοινωνικών αγώνων. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα σερνόμενο Δεκέμβρη (2008) στην Ελλάδα, για να μην πούμε για ένα σερνόμενο Μάη, αν πάρουμε ως αφετηρία της μελέτης το πρώτο σοβαρό ξέσπασμα του κοινωνικού ανταγωνισμού τη δεκαετία του 2000, δηλαδή τα φοιτητικά του Μάη-Ιούνη του 2006. Η δυσαρέσκεια και η αντίσταση διευρύνονται, το ανταγωνιστικό κίνημα προσπαθεί να φτιάξει δομές και να βρει ριζώματα και δεν είναι τυχαία η όλο και πιο βίαιη και αδιαφοροποίητη διαχείριση από το κράτος, του κόσμου που συμμετέχει στις απεργιακές διαδηλώσεις. Αν και η κατάσταση του κινήματος είναι εμβρυακή ακόμα, όπως και να χει το πράγμα, η ανάδυση του κοινωνικού παράγοντα σπρώχνει τα πράγματα και πιέζει για να βρει νέους τρόπους έκφρασης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ιστορικές διαδικασίες όπως αυτές του Συντάγματος, αποκτούν μεγάλη σημασία όχι μόνο κι όχι τόσο για τα τρέχοντα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν (που κι αυτά είναι σημαντικά: είναι σημαντικό να μην περάσει το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα τώρα, άσχετα αν προσπαθήσει να το περάσει τροποποιημένο μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας), πολύ περισσότερο για τη συνθήκη που διαμορφώνουν, για τον κοινωνικά εκπαιδευτικό τους ρόλο στην αξία της συμμετοχής στα κοινά προβλήματα και στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες επιλύσης τους, για την αυτοπεποίθηση που μπορούν να μας δώσουν μετά από αυτό το σοκ που έχουμε υποστεί ένα χρόνο τώρα.

Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Αργά ή γρήγορα οι διαδηλώσεις στο Σύνταγμα θα σταματήσουν. Το πιο πιθανό είναι να κουραστεί ο κόσμος του «πάνω» Συντάγματος και ή να εκφυλιστεί σταδιακά η διαδικασία του «κάτω Συντάγματος», ή το κράτος να μην την αφήσει να το ζαλίζει άλλο, αποφασίζοντας να την τελειώσει με δυναμικό τρόπο. Έτσι γινόταν πάντα τα πράγματα στην ιστορία, έτσι είναι το πιο πιθανό να γίνουν και τώρα (το πιο πιθανό, όχι το σίγουρο). Με αυτή την έννοια το ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε εμείς ως μια τάση μέσα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην σημερινή συγκυρία.

Με δεδομένες τις διαφοροποιήσεις που διαπερνούν τις διαδικασίες της πλατείας Συντάγματος και την πραγματική αδυναμία της να συγκροτηθεί σε πολιτικό σώμα, όπως αναλύσαμε πιο πάνω, το πλέον ενδιαφέρον που μπορεί να προκύψει από αυτή την ιστορία, είναι οι διαδικασίες της πλατείας να αποκεντρωθούν προς τις γειτονιές της Αθήνας. Αυτό δε σημαίνει η συνέλευση της πλατείας να μεταφερθεί σε άλλες πλατείες, κάθε άλλο. Σημαίνει αντίθετα ότι πρέπει να στηθούν αντίστοιχες διαδικασίες στις πλατείες κάθε γειτονιάς, που θα έχουν πιο ξεκάθαρα χαρακτήρα κέντρων και κοινοτήτων αγώνα.
Αυτό το πράγμα, φαίνεται πως ήδη έχει γίνει συνείδηση σε πολύ κόσμο, και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συμβαίνει ήδη: νέες συνελεύσεις γειτονιάς φτιάχνονται, όσες υπάρχουν ήδη διευρύνονται, κλπ
Αν αυτή τάση επεκταθεί σε αξιόλογο βαθμό είναι ήδη ένα μεγάλο κέρδος, ακόμα περισσότερο εφόσον αυτές οι διαδικασίες προσανατολιστούν προς το σκοπό της αντίστασης στις συνθήκες της κρίσης και της αντιμετώπισης της στο τοπικό επίπεδο, κι όχι προς την κατεύθυνση που στρέφονται παραδοσιακά μέχρι τώρα οι συνελεύσεις των γειτονιών, δηλαδή προς την επανοικειοποίηση των δημόσιων χώρων, πολύ σημαντική από μόνη της, αλλά πολύ περιορισμένη σαν πρακτική για να απαντήσει ουσιαστικά στην επίθεση του κεφαλαίου.

Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η πλατεία Συντάγματος μπορεί να παίξει το ρόλο σημείου συνάντησης ενός συνόλου κοινωνικών σχέσεων, μιας γνωριμίας δηλαδή των ανθρώπων μεταξύ τους και μιας απόφασης συνεύρεσης και από κοινού δράσης τους. Κι εδώ η συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία των ομάδων εργασίας, που σημαίνει αναλαμβάνω ευθύνες, δεσμεύομαι να υλοποιήσω αποφάσεις, συμμετέχω σε μια δράση, αποκτά ένα τεράστιο ρόλο εκπαίδευσης για ανθρώπους που πρώτη φορά αποφασίζουν να πάρουν στα χέρια τους τις ζωές τους. Γι ‘αυτό είναι πολύ σημαντικό αποφάσεις που αφορούν εξωστρεφείς δράσεις κι όχι απλώς διαχειριστικά ζητήματα να υλοποιούνται για να μην εμπαιδώνεται μια κατάσταση ανευθυνότητας στον κόσμο που συμμετέχει και παρακολουθεί αυτές τις διαδικασίες.

Όπως και να χει το πράγμα, όπως ακριβώς και το Δεκέμβρη, το ερώτημα που μας μπαίνει είναι πώς οι εκμεταλλευόμενοι που κατεβαίνουν στο δρόμο, σε όποια κατάσταση και να βρίσκονται (άνεργοι, απολυμένοι, επισφαλείς, απόφοιτοι, κλπ), δε θα πάνε σπίτι τους, αλλά θα βρουν στις δομές και στις διαδικασίες μας σοβαρά κίνητρα για να συνεχίσουν να αγωνίζονται· που πάει να πει τις προϋποθέσεις που θα αλλάζουν την καθημερινότητα τους στο σήμερα, κι όχι απλώς τις ρητορικές διακηρύξεις για ένα ουτοπικό και αβέβαιο μέλλον.

Hobo

1. Αυτή η ιστορία αξίζει να τύχει αφήγησης.

2. Προφανώς ο ορισμός αυτός είναι δικός μου, όσον αφορά την κοινότητα συμφερόντων· ωστόσο δεν είναι και εντελώς αυθαίρετος. Τα sections στο Παρίσι κατά την Κομμούνα  ήταν sections τεχνιτών, τα σοβιέτ στην Ρωσία ήταν σοβιέτ εργατών-στρατιωτών, τα συμβούλια στην Γερμανία και στην Ουγγαρία ήταν συμβούλια εργατών, οι κολλεκτίβες στην Ισπανία ήταν είτε εργατικές, είτε εργατών και ακτημόνων της γης, οι καταλλειμένες επιχειρήσεις στην Αργεντινή σήμερα είναι επιχειρήσεις εργατών-παραγωγών, είτε είναι κατειλλημένα εργοστάσια, είτε κατειλλημένες κλινικές, είτε κατειλλημένα τυπογραφεία, κ.ο.κ. Μοντέλα κοινότητας με αντικρουόμενα συμφέροντα υπάρχουν μόνο θεωρητικά (υποθέτω στο μυαλό του Μπούκτσιν και της Μπιέλ): στην πράξη προφανώς τα αντιτιθέμενα συμφέροντα διαλύουν την ψευδή ενότητα και διαχωρίζουν την ήρα από το στάρι.

3. Η ελληνική μετάφραση του βιβλίου «Horizontalidad: Voces de Poder Popular en Argentina», βρίσκεται υπό έκδοση από τη ΣΚΥΑ και συνελεύσεις γειτονιάς

Συνέλευση για την Κυκλοφορία των Αγώνων

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s