* Το μήνυμα των Κυπρίων Ζαπατίστας: πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αναγνώσεις του τ/κ παλλαϊκού κινήματος

Ως Φάλιες παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και αναζωπυρωμένη την ελπίδα τις κινητοποιήσεις των Τουρκοκυπρίων σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε το τι συμβαίνει και να συμβάλουμε στην κινηματική προοπτική που φαίνεται να ανοίγει ξανά.
Με αυτή την λογική μεταφράσαμε και αναδημοσιεύουμε μια πρώτη ανάγνωση – ερμηνεία για τα γεγονότα από τον Νίκο Τριμικλινιώτη που δημοσιεύτηκε αρχικά στα αγγλικά εδώ

http://www.epanenosi.com/index.php/archives/1190

(Οι μικρο-αλλαγές / προσθήκες στο ελληνικό κείμενο έγιναν από τον συγγραφέα, τον οποίο και ευχαριστούμε)

……………………………………………………………………….

Η πλατεία Inonu ήταν γεμάτη. Η επιτυχία της παναπεργίας και παλλαϊκής κινητοποίησης των τ/κ είναι πασιφανής. Μαζική, με παλμό, πνεύμα και έμπνευση. Όταν οι μάζες κινητοποιούνται απαιτώντας τα δικαιώματα τους κάτι αυτόματα αλλάζει. Ήταν τόσο επιτυχημένη η κινητοποίηση που ήδη ξεκίνησε ένας ψευδοπόλεμος στα ΜΜΕ ως προς το νόημα τους. Τι ήταν τέλος πάντων αυτή κινητοποίηση;

Δε θα ασχοληθώ με γεγονότα που αναφέρθηκαν στα διάφορα πρακτορεία ειδήσεων. Εξάλλου, με τόσους αυτόπτες μάρτυρες τούτο είναι αχρείαστο.

Μέρες του 2003;

Ο Mehmet Çaǧlar, βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP) ήταν ανένδοτος ότι «δεν είναι όπως το 2003»αφού «οι Τουρκοκύπριοι δεν πιστεύουν πλέον ότι θα υπάρξει μια λύση έστω και αν εξακολουθούν να θέλουν μια λύση»: οι Τουρκοκύπριοι είναι πολύ απογοητευμένοι από την ΕΕ και από τους Ελληνοκυπρίους που ψήφισαν «Όχι» και, επομένως, τιμώρησαν το κόμμα του και τον Ταλάτ, τονίζει ο κ. Çaǧlar (Πολίτης 01.28.2010). Έχω την εντύπωση ότι αυτό σκέφτεται ο ίδιος κι αυτό αναμφίβολα αντανακλά τη προσέγγιση της ηγεσίας του κόμματος του. Δεν έχω ωστόσο πειστεί ότι αυτό ήταν το γενικό αίσθημα της μάζας του λαού στη διαδήλωση. Ασφαλώς, υπάρχουν και εκείνοι, όπως οι οπαδοί του Serdar Denktaş ή κάποιοι από τις συμμετέχουσες δεξιές συντεχνίες που ήθελαν να περιοριστούν σε αιτήματα και συνθήματα καθαρά οικονομικής φύσεως.

Στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης έχουμε τις πιο ριζοσπαστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι η ψυχή των διαδηλωτών και ηγούνταν των διαδηλώσεων, όπως το συνδικάτο των δασκάλων, KTOS: η «οικονομική» ήταν απλώς μια άλλη μια πτυχή του «κοινωνικοπολιτικού». Εξάλλου, η Πλατφόρμα Συνδικαλιστικών Οργανώσεων αποτελούμενη από 28 συνδικάτα και πολιτικές ομάδες απαιτεί «κοινοτική αυτονομία και αυτοδιοίκηση, δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα και την επανένωση της χώρας». Στόχος της είναι,

«η αυτοδιοίκηση της κοινότητας, εξαλείφοντας το πρόβλημα της εκπροσώπησης της πολιτικής βούλησης. Η πλατφόρμα δεν στοχεύει να είναι κυβέρνηση.»

Αντηχεί εδώ η Πλατφόρμα «Αυτή η Χώρα είναι Δική μας» με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις του 2002-2004. Μα σπάζει τα σύνορα της περιοχής μας καθώς ο λόγος τούτος προσομοιάζει με τον λόγο των Ζαπατίστας – είναι μια κυπριακή εκδοχή του που θέτει το ταυτοτικό ζήτημα της ύπαρξης των τ/κ ως ιθαγενών σε ένα αποικιακό/μετα-αποικιακό πλαίσιο. Κατ’ επέκταση είναι έκφανση των Κυπρίων στο σύνολο μας, χωρίς να εγκαταλείπονται οι ιδιαιτερότητες των ε/κ και τ/κ.

Ε/Κ Ερμηνείες: Μια διαπάλη με άλλα μέσα

Αν κοιτάξουμε τις πρώτες ελληνοκυπριακές αντιδράσεις ή ερμηνείες των διαδηλώσεων μπορούμε να εντοπίσουμε παρόμοιου είδους στάσεις, όπως αυτές που κυριαρχούσαν κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων του 2002-2004. Ορισμένοι, όπως και τότε, είναι κυνικοί. Τυχαία μίλησα με ένα άγνωστο για το θέμα και μου είπε ξερά: «Το μόνο που τους νοιάζει είναι το συμφέρον τους». Κάποιος άλλος μου το’ πε κυπριακά: «εν η πούγκα που τους κάφκει, τίποτε άλλο». Αντέδρασα έντονα: Φυσικά και οφείλουν να νοιαστούν το συμφέρον τους· τι είναι αυτό που παρακινεί τους ανθρώπους να κατέβουν στους δρόμους; Το συμφέρον τους, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι το κοινό μας συμφέρον, το κοινό μας καλό. Το κύριο άρθρο της Cyprus Mail είναι επίσης κυνικό: «η παραφροσύνη των συνδικάτων προφανώς δεν περιορίζεται στις περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας», διακηρύσσει σε μια έξαρση ασυνάρτητης, άκρατης, νεοφιλελεύθερης αλαζονεία ς. Από την άλλη πλευρά, το ΑΚΕΛ είχε εκδώσει την αλληλεγγύη του με τους Τουρκοκύπριους εργαζόμενους διαδηλωτές. Άλλοι επισημαίνουν ότι δεν είναι όπως το 2003: δεν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, όπως υπήρχε τότε και η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ έχει παραμείνει στάσιμη, είπε ο Νίκος Μούδουρος (ειδήσεις MEGA 20.01.2011), σύμβουλος του Προέδρου Χριστόφια στις τουρκικές υποθέσεις. Το συνδικάτο των δασκάλων Προοδευτική και η Δικοινοτική Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών ερμηνεύουν τις διαδηλώσεις ως ένα κάλεσμα για δράση: θυμίζουν σίγουρα το 2003 και ανοίγουν προοπτικές για κοινό αγώνα.

Έχω την εντύπωση ότι παρά τις οριενταλιστικές και αλαζονικές οπτικές των ΜΜΕ, γενικά υπήρξε μια περιέργεια ανάμεσα στους ε/κ: «κάτι γίνεται εδώ». Χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να το προσδιορίσουν.

Ποιο ήταν λοιπόν το μήνυμα;

Είμαι της άποψης ότι το μήνυμα που δόθηκε ήταν τόσο οικονομικό, όσο πολιτικό. Ωστόσο το κυρίαρχο μήνυμα ήταν σαφώς πιο εκτεταμένα κοινωνικό που είναι και υποχρεωτικά πιο πολιτικό μήνυμα. Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τον όρο «Κοινοτική Επιβίωση»Communal Survival” (Simon Bahceli, Cyprus Mail 28.1. 2011) που κυριάρχησε και που άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές των τ/κ κινητοποιώντας το λαό; Είναι ακριβώς αυτή η αγωνιώδης αντιπαράθεση που εκφέρει λόγο κινητοποίησης με κεντρικό άξονα την «κοινωνική/κοινοτική επιβίωση». Η αμφισημία στην τουρκική της λέξης «toplum» που σημαίνει ταυτόχρονα «κοινωνία, κοινωνική ομάδα και κοινότητα», υποκρύπτει subliminal μηνύματα προς διάφορες κατευθύνσεις, ενώ παράλληλα ανοίγει το πεδίο για μια άλλη οπτική, για μια άλλη δράση. Toplumilimσημαίνει κοινωνιολογία, ενώ toplumcu σημαίνει σοσιαλιστής ή κολεκτιβιστής ή κομμουναλιστής ή κοινοτιστής (βλ. κοινό λεξικό της Τουρκική/ Αγγλικής και Τουρκικής/ Ελληνικής). Χωρίς να διεκδικώ καμία εμπειρογνωμοσύνη στην τουρκική γλώσσα, διακρίνω εδώ το λογοπαίγνιο ενός πολύπλοκου και ανεπτυγμένου πολιτικού λόγου. Αυτό δε μπορεί παρά να ξαφνιάσει τον αδαή ε/κ που βλέπει μόνο υποτιμητικά και χοντροκομμένα τα τεκταινόμενα στην τ/κ κοινότητα. Το μήνυμα που στέλνεται είναι διττό και προς δύο κατευθύνσεις: στρέφεται πρώτιστα προς στην Άγκυρα που αντί να «σώσει» τους τ/κ τους οδηγεί στον αφανισμό. Στρέφεται ωστόσο και προς τους Ελληνοκυπρίους: οι Τουρκοκύπριοι αποδεικνύουν και πάλι ότι είναι πολιτικά υποκείμενα που παράγουν ιστορία μέσα από τον λόγο και την δράση τους.

Η ανάγνωσή μου βασίζεται σε μια κοινωνική και πολιτική αντίληψη των πραγμάτων. Και εδώ όλα εξαρτώνται από το πώς διαβάζει κανείς την ιστορία. Αν κανείς βλέπει την ιστορία να γράφεται από «μεγάλους άνδρες» [κατ’ εξαίρεση, επίσης, γυναίκες], τότε δεν μπορεί παρά να συγχέεται ή/ και να είναι κυνικός για τη διαδήλωση. Εδώ υποβόσκει και ο «φόβος των μαζών»: οι ελίτ φοβούνται τις μάζες, εξ ου και το «μίσος για τη δημοκρατία», όταν πραγματικά θίγονται τα προνόμια, ο πλούτος των ανωτέρων τάξεων και η καθεστηκυία τάξη.

Είμαι της αντίθετης άποψης. Πιστεύω ότι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι που γράφουν, ή που φτιάχνουν, την ιστορία – ασφαλώς πολλές φορές προσωπικότητες, συμπεριλαμβανομένων «μεγάλων ονομάτων» αφήνουν επίσης το σημάδι τους. Υπό την έννοια αυτή χρειαζόμαστε μια διαφορετική ανάγνωση της μαζικής τ/κ διαδήλωσης που να διαβάζει πολιτικά και κοινωνικά την αμφισημία της «κοινωνικής/κοινοτικής επιβίωσης». Οπότε, ποια είναι η διαφωνία; Ποιά είναι η αμφισβήτηση για την έννοια της «κοινοτικής επιβίωσης» εδώ;

Όπως επισημαίνει ο Rancière, στη διαφωνία/διχογνωμία με την καθεστηκυία ή κανονική τάξη πραγμάτων (νόμος, εξουσία, κρατικός μηχανισμός κοκ) παράγεται κατ’ εξεύρεση το πολιτικό, το οποίο είναι το αποτέλεσμα εξαιρετικών περιστάσεων. Θεωρεί ότι η πιο σχετική διάκριση που πρέπει να γίνει είναι ότι η πολιτική είναι εξαιρετική, ενώ η αστυνομία-τάξη είναι κοινός τόπος: «η πολιτική, στην ιδιαιτερότητά της, είναι σπάνια. Είναι πάντα τοπική και περιστασιακή»: «αντανακλά πάντα μία κοινωνική αναστάτωση, μία κοινωνική σύγκρουση γύρω από μία ευρύτερη διαμάχη» (Bowman on Rancière http://ranciere.blogspot.com/2007/09/populisms-of-laclau-ranciere-arditi-by.html).

Είναι μέσα σε αυτή την εξαιρετική στιγμή που η απεργία και η διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων που παρέλυσαν την «κανονική τάξη» που έχουμε την ανάδυση της πολιτικής: ανοίγει δυνατότητες για νέες υποκειμενικότητες, για νέες δράσεις και συλλογικούς βίους. Αποτελεί Συμβάν (όπως το ορίζει ο Badiou) γύρω από το οποίο οι άνθρωποι αποφασίζουν πού βρίσκονται. Είναι γι’ αυτό ακριβώς που το μήνυμα της εκδήλωσης είναι ανοικτό, αμφιλεγόμενο και αποτέλεσμα διχογνωμίας/πάλης. Υπάρχει πάντα βέβαια η δυνατότητα για κλείσιμο αυτής της αμφισβήτησης: «δεν ήταν τίποτα», όπως «οι καθηγητές του τίποτα» επιχείρησαν να πουν για το 2008 στην Ελλάδα (βλ. Άκης Γαβριηλίδης, «Οι καθηγητές του τίποτα: Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη» http://istanbulizein.wordpress.com/ ή «ήταν κάτι ασύνηθες, μια στιγμιαία λήξη που θα περάσει», λένε οι απολογητές της καθεστηκυίας ή κανονικής τάξης (η «αστυνομία – τάξη» στην ορολογία του Rancière). Πρόκειται για την υπόθεση καταστολής του Συμβάντος.

Στον αντίποδα αυτής της οπτικής, οι αμφισβητίες της τάξης πραγμάτων αντιπαραβάλλουν την ανάγνωση που επιμένει ότι από αυτό «κάτι που συμβαίνει» γεννιέται μια ιστορική-πολιτική στιγμή όπου το νέες υποκειμενικότητες γεννούνται. Εξάλλου, «το κοινωνικό ζήτημα» υπήρξε από ανέκαθεν κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα. Η αντίδραση των ε/κ πολιτικών μέχρι τώρα, τουλάχιστον αυτοί που ανέγνωσαν ότι «κάτι συμβαίνει εκεί» έμεινε μετέωρη: Δηλαδή ανέγνωσαν ορθά ότι πρόκειται για αντίσταση στην Άγκυρα – εξ ου και αναφορές ότι πρόκειται για «κραυγή απόγνωσης» ή «φωνή απελπισίας». Ωστόσο, έμειναν ως εκεί. Δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν το βήμα που απαιτεί αναγνώριση της ισοτιμίας των τ/κ ως πολιτική κοινότητα, ως υποκείμενα που παράγουν λόγο, κι όχι ως ζώα που κραυγάζουν γιατί έχουν φωνή. Εφόσον αντιστέκονται στις επιβουλές της Άγκυρας, δεν είναι υποχείρια της Άγκυρας, όπως ο κυρίαρχος ε/κ λόγος τους θέλει: Κι όπως ορθά μας διδάσκει ο Λακάν, αυτό δεν είναι παρά φθόνος: οι τ/κ θα μπορούσαν να είναι «δικά μας υποχείρια», όπως ονειρεύεται ο ε/κ πλειοψηφικός εθνικισμός.

Το ζήτημα τώρα θα μετουσιωθεί σε αντικείμενο συζήτησης για ειδικούς, εμπειρογνώμονες και πολιτικούς στα μέσα ενημέρωσης. Τώρα ξεκινά η δεύτερη φάση της αντιπαράθεσης/διχογνωμίας που θέλει να επιβάλει ερμηνεία ως προς το νόημα της κινητοποίησης. Κι αυτό γιατί ανάλογα με την ερμηνεία αυτής μπορεί να καθοριστεί και η συνέχεια της στο μέλλον. Η ρητορική πάλη ως προς την ερμηνεία μπορεί να θεωρηθεί ως απόπειρα «εξομάλυνσης» και κανονικοποίησης του Συμβάντος εντός της καθεστηκυίας ή κανονικής τάξης πραγμάτων. Ταυτοχρόνως, παίζει και η επέκταση, μεγέθυνση και εμβάθυνση του Συμβάντος με άλλα μέσα στην ερμηνευτική πάλη για ηγεμονία. Εάν και όταν αποτύχει η υπόθεση καταστολής (δηλαδή η άποψη ότι «δεν ήταν τίποτα» ή ήταν ένα στιγμιαίο ολίσθημα»), τότε η δεύτερη γραμμή άμυνας για τους καθεστωτικούς είναι εγκολπωθούν την ορολογία και να υποβιβάσουν το Συμβάν διεκδικώντας την ως «δική τους» μέσα από την απόπειρα κεφαλαιοποίησης του Συμβάντος.

Έχω υποστηρίξει ότι οι Τουρκοκυπριακές κινητοποιήσεις 2002-2004 αποδεικνύουν ότι οι τ/κ ως κοινότητα πάντοτε ήσαν πολιτικό υποκείμενο, που η Άγκυρα και η ελληνική-κυπριακή πλειοψηφία αρνούνταν να αναγνωρίσουν (Βλ. Η Διαλεκτική του Έθνους-Κράτους και το Καθεστώς Εξαίρεσης, εκδ. Σαββάλας). Μόνο δύο άλλα βιβλία γραμμένα στην ελληνική έχουν προβεί σε αντίστοιχη αξίωση (Σία Αναγνωστοπούλου Τουρκία και Τουρκοκύπριοι και Θέμου Δημητρίου / Σωτήρη Βλάχου Η Προδομένη Εξέγερση επίσης μεταφρασμένο στα τουρκικά). Τα δύο αυτά κείμενα αναφέρονται στην περίοδο Ανάν (δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά).

Είμαστε τώρα σίγουρα στη μετάΑνάν περίοδο: υπάρχει ένα νέο παράδειγμα στις προσπάθειες για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Επιπλέον, είναι μια περίοδος αναστοχασμού έχουμε προχωρήσει πέραν του διχαστικού 2004. Σίγουρα δεν ζούμε στο 2003· εξάλλου, μετά το 2004 η Κύπρος δεν είναι πια η ίδια, εφόσον το δημοψήφισμα ήταν ένα Συμβάν, ένα γεγονός – ορόσημο που έχει αλλάξει την κοινωνία μας και στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος. Αλλά η ζωή προχωρά – δεν είμαστε κολλημένοι σε εκείνες τις ημέρες: Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουμε ξεπεράσει την «εποχή της αθωότητας». Μπορούμε να διδαχθούμε από το παρελθόν. Ασφαλώς, η δυναμική του 2004 δεν είναι η ίδια, ωστόσο η γνώση και εμπειρία από εκείνες τις δύσκολες μέρες μπορεί να είναι καταλυτική.


Υπό αυτή την έννοια, το 2011 προσφέρεται περισσότερο σαν ευκαιρία για τους Κύπριους από όσο οι περισσότεροι μπορούν να φανταστούν. Κι αυτό παρά τις ήττες, τις επώδυνες οπισθοδρομήσεις και τις ουλές του παρελθόντος. Η Τουρκοκυπριακή μαζική απεργία και διαδήλωση αποτελεί περισσότερο από χαμόγελο που φέρνει μια χειμωνιάτικη λιακάδα. Μπορούμε να το κάνουμε το Συμβάν να κρατήσει; Από μας εξαρτάται, αν πρώτα κατανοήσουμε την βαθύτερη σημασία και την προοπτική του.

ΥΓ: Ήδη ο Irsen Küçük επιχειρεί να κατευνάσει τα πνεύματα με την παροχή 13ου μισθού στους τ/κ εργαζόμενους. Θα τα καταφέρει άραγε; Κάθε άλλο παρά υποτιμώ την οικονομική διάσταση: η οικονομική διάσταση είναι κεντρικός πυλώνας του κοινωνικού και πολιτικού. Το θέμα είναι ότι η χειρονομία τούτη δεν είναι παρά ακόμα μια απόδειξη της επιτυχίας της κινητοποίησης. Η συνέχεια αυτής είναι αποτέλεσμα πάλης.

Νίκος Τριμικλινιώτης

 

Advertisements

One thought on “* Το μήνυμα των Κυπρίων Ζαπατίστας: πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αναγνώσεις του τ/κ παλλαϊκού κινήματος

  1. Νικλος Τριμικλινιώτης 30/01/2011 στο 9:52 ΜΜ

    Θέλω απλώς να αναφερθώ στην σημαντική εργασία του Niyazi Kizilyurek που έχει θέσει το ζήτημα στην βάση αυτή: Είναι ίσως ο μόνος Τ/Κ που ακούγεται στην Ε/Κ κοινότητα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s